Μονοπάτια

Σκέφτομαι θετικά, βλέπω θετικά και κάνω αντίστοιχα, θετικά πράγματα.

Γράφει η Γασπαράκη Άννα

Βρίσκομαι στην Αθήνα, μετά από καιρό. Σήμερα είναι τα Πάντα αλλιώς.

Τα πάντα είναι πως τα βλέπεις. Η Αθήνα πχ, θεωρείται μια τσιμεντούπολη, γεμάτη άγχος, μποτιλιάρισμα, κορναρίσματα, φωνές. Μπορείς να την δεις σαν μια dark, τύπου Gotham city. Εγώ πάλι, εστιάζω στα όμορφα. Τα βλέπω, είναι όλα μπροστά μου. Όλα είναι θέμα Οπτικής, εγώ σκέφτομαι Θετικά, βλέπω πολλά θετικά γύρω μου και κάνω αντίστοιχα, θετικά πράγματα.

Στην Αθήνα οι ρυθμοί ζωής είναι γρήγοροι. Όλοι μοιάζουν να τρέχουν, να προλάβουν δεν ξέρω κι εγώ τι.

Εγώ πάλι, χαλαρή, περιπλανιέμαι στις αγαπημένες μου περιοχές. Κάνω περίπατο στα προάστια, στο Θησείο, Μοναστηράκι, Λυκαβηττό, Φιλοπάππου, Εξάρχεια & “του Ψυρρή”. Ειδικά τις δύο τελευταίες συνοικίες, τις “έφαγα με το κουτάλι”, ως φοιτήτρια. Έπαιζα τάβλι στα διαλείμματα των μαθημάτων και δούλευα παράλληλα και σε μια βιοτεχνία χειροποίητων παπουτσιών, που είχαν γίνει τότε πολύ της μόδας. Έκοβα τα δέρματα με φαλτσέτα, κοβόμουνα συνεχώς και το έπαιρνα στη πλάκα, (από τότε έβλεπα το αστείο μέσα στο καθετί).

Σήμερα, ξόδεψα όλο μου το πρωινό στο Μοναστηράκι. Υπάρχουν τόσα να δεις…αρκεί τα μάτια, ο νους και η καρδιά να είναι ανοιχτά.

Δεν κατεβαίνω πλέον συχνά στο Κέντρο (ζω στην επαρχία), αλλά όταν το κάνω… γεμίζω αισθήσεις, εξωτικά αρώματα, οπτικά ερεθίσματα, μνήμες μιας άλλης εποχής. Όλα, εξάλλου, είναι θέμα Οπτικής, εγώ σκέφτομαι Θετικά, βλέπω πολλά Θετικά γύρω μου και κάνω αντίστοιχα, Θετικά Πράγματα.

Τα ίδια πράγματα βλέπει, αντικειμενικά, και κάποιος άλλος, εγώ όμως λατρεύω τις «λεπτομέρειες» & τις αποτυπώνω, άλλοτε με τον νου και άλλοτε με την φωτ. μηχανή μου. Όλες τις κρατάω, σαν πολύτιμο μυστικό, στο μυαλό μου.

Βλέπω λοιπόν Παντού την Θετικότητα & όχι την Αρνητικότητα. Μπορεί να έχει φασαρία, να περπατούν όλοι βιαστικά, με τα μάτια κατεβασμένα, σαν να θέλουν ν’αποφύγουν την οπτική επαφή με έναν άγνωστο. Ή να βρέχει, όπως προχτές.

Ψιλόβρεχε, όμως τίποτα δεν μπορούσε να με πτοήσει, δεν είχα άλλη μέρα διαθέσιμη, εξάλλου. Σιγοτραγουδούσα, απολάμβανα το περιβάλλον γύρω μου, αδιαφορώντας για την αγχωτική ατμόσφαιρα, τη γκρίνια των πεζών για τις χοντρές ψιχάλες. Κάποιος άλλος θα είχε, ίσως, επηρεαστεί, όχι, όμως, εγώ. Τίποτα δεν θα άφηνα να μου το χαλάσει.

Ξεκίνησα την «περιπέτειά» μου (οξύμωρο, αναφερόμενο στο πασίγνωστο Μοναστηράκι, κι όμως ταιριαστό με τη πρόθεσή μου), φωτογραφίζοντας γκράφιτι και τον κόσμο της Πλατείας. Γρήγορα η βροχούλα σταμάτησε, βγήκε δειλά ο ήλιος. Αμέσως, όλα άλλαξαν.

Χαζεύω τα μικρομάγαζα κι εκεί στη Πλατεία συναντώ τον Κωνσταντή. Λυράρης από τα Χανιά (εκεί σπούδαζε η κόρη μου. Εγώ πάλι είμαι Ρεθεμνιώτισσα). Έπιασε το “σε ψηλό βουνό σε ριζιμιό χαράκι, κάθεται εν’αητός” και δάκρυσα. Αυτό το επαναστατικό “ριζίτικο” τραγούδι συμβολίζει τους αγώνες (ήλιος) που θα λιώσουνε τα χιόνια της σκλαβιάς από τα φτερά του ελεύθερου αετού (Κρήτη) που φτιάχτηκε για να πετάει ψηλά στους ουρανούς. Ψυχική ανάταση, λένε αυτό που ένιωσα. Με έναν μαγικό τρόπο συμμετείχα κι εγώ στην μυσταγωγία της φύσης και ευγνωμονούσα που έγινα μάρτυρας ενός θαύματος.

Ζαλισμένη από την πρωτοφανή εμπειρία, χρειάστηκα λίγη ώρα να συνέλθω. πιάσαμε την κουβέντα με τον Κωνσταντή. Άκουσα και το επόμενο τραγούδι, έναν κλασσικό συρτό, λικνίστηκα στο ρυθμό της λύρας. Αν δεν ντρεπόμουν, θα χόρευα κιόλας…

Χαρισματική η λύρα, έχει θεραπευτικές ιδιότητες κι όχι μόνο για εμάς τους Κρητικούς.

Γνώρισα και τη Γιούλη, που χαμογελαστή και εξυπηρετική μου σέρβιρε τον ωραιότερο ελληνικό. Αυτό το ευγενικό κορίτσι μου προκάλεσε ένα σωρό θετικές σκέψεις. Το πουρμπουάρ μου φάνηκε λίγο, μια ελάχιστη ανταμοιβή, για κάποια που παρόλη τη κούραση και την κουραστική δουλειά, έχει το κουράγιο να χαμογελά και μάλιστα με ειλικρίνεια.

Η ώρα περνούσε κι είχα πεινάσει. Ένα αφράτο, ζεστό κουλούρι ήταν ό,τι έπρεπε. Ένας καλός λόγος στον κουλουρά, στο σερβιτόρο, στη πωλήτρια, δεν κοστίζει τίποτα, προσφέρει τόση χαρά κι αυτό κάνει τη διαφορά.

Η βόλτα συνεχίστηκε και εξόπλισα την κουζίνα μου με ένα σωρό μικρούς θησαυρούς από τα παλαιοπωλεία. Πήρα ακόμα κι ένα δίσκο βινυλίου για να κατασκευάσω ένα ρολόι τοίχου.

Επιστρέφοντας, πήρα το μετρό. Συνωστισμός, κόσμος που μάλλον πάει αλλού απο’ κει που θέλει να πάει. Κενά βλέμματα, οι πιο πολλοί προσηλωμένοι στο κινητό…

Κοιτώντας γύρω μου, βλέπω μια κυρία με ένα θαυμάσιο πανωφόρι. Δεν δίστασα να της το πω και η κουβέντα γύρω από την μόδα, κύλησε αβίαστα. Μέχρι που μου σύστησε τη σχεδιάστρια.

Στην επόμενη διαδρομή πάλι, μια κοπέλα όρθια, διάβαζε, και μάλιστα, τον αγαπημένο μου Χ.Μπουκάι. Ανέλπιστο, και το ότι κράταγε βιβλίο και ο συγγραφέας. Κουβεντιάσαμε για την άποψή του για την ευτυχία. Πόσο πολλά συνέβησαν μέσα σε λίγα λεπτά. Κι όλα ευχάριστα.

Αυτό είναι για μένα το να χαίρομαι τη ζωή, ν’απολαμβάνω κάθε στιγμή της. Γιατί κάτι προσφέρει η κάθε στιγμή, ακόμα και το να ατενίζω το άπειρο, χωρίς να σκέφτομαι τίποτα… κι αυτό είναι απαραίτητο.

Πάντως, ένα άλλο συμπέρασμά μου, ήταν ότι οι άνθρωποι καλοδέχονται την επικοινωνία, ανταποκρίνονται στα θετικά λόγια, στο γνήσιο ενδιαφέρον. Έτσι, η ζωή τους όπως και η δική μου, γίνονται πιο πλούσιες. Γεμίζουμε όλοι παραστάσεις, συναισθήματα.

Κάποτε προσπαθούσα, επιδίωκα να σκέφτομαι θετικά, να βλέπω έτσι τα πράγματα, τώρα πια έρχεται μόνο του, εντελώς φυσικά και ξέρω ότι τώρα πια, έτσι θα συνεχιστεί η ζωή μου.

Διαβάστε επίσης

To Top