Σκέψεις - Απόψεις

Νίκος Καζαντζάκης, 15 Αυγούστου

Τη μέρα εκείνη,
της Κοίμησης της Παναγίας, 15 Αυγούστου,

οι εργάτες δε δούλευαν και ο πατέρας μου
καθόταν στη ρίζα μιας ελιάς και κάπνιζε.

Αεράκι χλιαρό φύσηξε,
τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν.

Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος.
Άπλωσε το χέρι
κατά το σύννεφο που προχωρούσε.

– Ο Θεός να με βγάλει ψεύτη,
φέρνει τον κατακλυσμό!

– Δάγκωσε τη γλώσσα σου,
του έκαμε ένας γέρος θεοσεβούμενος,

δε θα το αφήσει η Παναγία,
σήμερα είναι η χάρη της.

Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν,
καθένας έτρεχε κατά το αμπέλι του,
όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς.

Κι ως έτρεχαν, ολοένα και σκοτείνιαζε ο αγέρας,
κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες από τα σύννεφα,
ξέσπασε η μπόρα.

Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι ακίνητος.
Πίσω του, όρθια, η μητέρα μου έκλαιγε.

– Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα μας!
– Εμείς δεν πάμε, μου αποκρίθηκε, σώπα.

Ποτέ δεν ξέχασα τη στιγμή ετούτη,
θαρρώ μου στάθηκε
στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου
μεγάλο μάθημα.

Θυμόμουν τον πατέρα μου ήσυχο, ασάλευτο,
να στέκεται στο κατώφλι, μήτε βλαστημούσε
μήτε παρακαλούσε μήτε έκλαιγε.

Ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο
κι έσωζε, μόνο αυτός,
ανάμεσα σ’ όλους τους γειτόνους,
την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Νίκος Καζαντζάκης

Απόσπασμα από το βιβλίο:
”Αναφορά στον Γκρέκο”

Πρόσωπα/Facebook

Διαβάστε επίσης

To Top