Ψυχολογία

«Κι όμως, χαμογελάς, ξανά»

«Για εσένα, που χαμογελάς ξανά, πιο αυθεντικά από ποτέ»

Γράφει η Ήβη Παπαϊωάννου

Για εσένα, εαυτέ μου, για εσένα, που δεν ξέρουμε και εμείς πώς, μα όλα δείχνουν πως πάμε και πάλι να τα καταφέρουμε. Πρόσεξε, όχι να ξεφύγουμε, όχι να ξεγλιστρήσουμε, να αποφύγουμε, μα, αυτήν τη φορά, να τα καταφέρουμε. Μάθαμε πια καλά, πως όσο αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε γυμνά τα ζόρια μας, αυτά δεν ησυχάζουν, αναβράζουν και επανέρχονται. Μάθαμε κιόλας πως οι κύκλοι είναι για να κλείνουν, κι αν δεν κλείσουν, κι αν τους προσπεράσουμε, μόνο εμάς ξεγελάμε. Εμάς, που στην τελική, μόνο εμάς έχουμε, μόνο εμάς είχαμε πάντα.

Ναι, τα συμμερίζομαι όλα. Ήταν δύσκολα. Πολύ. Αφόρητα. Πόση σκοτεινιά και πόση αδράνεια. Πόση απελπισία να αδράξουμε συναισθηματικά στηρίγματα που ήταν καταδικασμένα να μας κλειδώσουν σε κενά. Τα λάθη αμέτρητα, μα δικά μας. Δικά μας να κλαίμε, δικά μας να γελάμε που μας μάθανε κι άλλες, πιο πολύτιμες ενδόμυχες πτυχές του εαυτού μας. Στους μήνες εκείνους που κάθε ίχνος εσωτερικής δύναμης είχε κρυφτεί καλά, το άτιμο. Στους μήνες εκείνους που δεν μπορούσες να σε φανταστείς πια ως αναπόσπαστο κομμάτι του έξω κόσμου. Μα είχες, βλέπεις, μια σοβαρή αποστολή. Έπρεπε να τα πείτε ξεκάθαρα για πρώτη φορά με τους πιο ενδόμυχους φόβους σου. Με τα πάθη σου, τα παράπονά σου, τα αδιέξοδά σου, είχατε συζητήσεις υπερανάλυσης να διεξάγετε. Είχες, που λες, δουλειά.

Μα να ‘σαι και πάλι, εαυτέ μου. Μπαγασάκο; Ρε, εσύ, γελάς! Στο έλεγα πως δεν είχε φύγει το χαμόγελο, στο ‘ λεγα κι ας μην το πίστευα πάντοτε. Είχα ανάγκη να το πιστεύω όμως, να ξέρεις. Ξέρεις πότε κατάλαβα πως ίσως και να τα καταφέραμε πάλι; Λοιπόν, θυμάσαι που κάθε τόσο ξεπροέβαλλαν σκέψεις θετικές και καθάριζαν το μαύρο το έντονο; Θυμάσαι ξαφνικά που μια μέρα χαμογελάσαμε με τον ήλιο, τον ζεστό καφέ, τα χαμόγελα των άλλων; Όταν όλα αυτά γίνονταν όλο και συχνότερα , τότε καταλάβαμε πως επιβιώσαμε. Ξανά. Όρθιοι, ξανά. Μουντζωμένοι, κτυπημένοι, κουρασμένοι, μα εξίσου δυνατοί, τα καταφέραμε.

Τι να μάθουμε και τι να καταλάβουμε; Τι να σου προσφέρουν αρρωστημένες λογικές και μυστήριες συνειδήσεις; Στην τελική αυτό που ανέκαθεν μετρούσε ήταν να κατεβαίνεις το κάθε βουνό, όσο το δυνατό, λιγότερο ανέπαφος. Τι να μανιάζω για εξηγήσεις και αλήθειες σε ιστορίες που το ψέμα και η ανειλικρίνεια ήταν η ταυτότητα; Σκέψου πόσο φτηνά την γλυτώσαμε, που έχουμε ακόμα τους στόχους μας. Τα όνειρά μας τα μεγάλα που για λίγο τα αφήσαμε, είναι ακόμη εκεί. Είναι άλλωστε γερά θεσμοθετημένα, δημιουργημένα με πλήρη συνείδηση, με συγκρότηση λογικής . Και τότε που όλα πρόσταζαν να τρελαθούμε, να σιγάσουμε, να παραιτηθούμε, επιμέναμε κόντρα στον κλοιό κι ας κόντευε να μας πνίξει!

Να ‘σαι και πάλι, μπαγασάκο μου. Ξεκαθαρισμένος, με κύκλους να έχουν σφραγιστεί λες και δεν υπήρξαν ποτέ. Ναι, ξέρω, δεν έκλεισαν δα και τόσο ομαλά όπως μας τα παρουσίαζαν. Μα είπαμε, αν δεν μαθαίνουμε, τι νόημα θα είχε η πορεία; Πώς να βελτιώνομαι άμα δεν τσαλακώσω και την τελευταία πτυχή μου που επιδέχεται τσαλάκωμα; Τι ομορφιά να μπορέσουμε να προσδώσουμε στα πιο μικρά, όταν όλα έρχονται αβίαστα, εύκολα, συμβατικά;

Έχουμε ακόμα. Έχουμε ακόμα, μα πια, έχουμε ο ένας τον άλλο.

Όλα φως κι όλα σκοτάδι. Η επιλογή ανέκαθεν, μας άνηκε.

Στα πιο όμορφα.

Διαβάστε επίσης

To Top