Διδακτικές Ιστορίες

Η διδακτική ιστορία της Εμπειρίας και της Πρώτης Φωτοπυγολαμπίδας

Γράφει ο Αθανασιος Στεργιου

Μια φορά κι ένα καιρό, πριν πολλά πολλά χρόνια, γεννήθηκε μια φωτοπυγολαμπίδα. Την λέγανε, Εμπειρία. Ήταν μικρή και φωτεινή, διαυγής και καθαρή και γεμάτη χαρά και περιέργεια.

Κάποια στιγμή καθώς μεγάλωνε, ήρθε μια άλλη που της έμοιαζε, αρκετά μεγαλύτερη και της είπε:

“Είναι ώρα να γνωρίσεις την Μεγάλη Φωτεινή”

“Ποια είναι η Μεγάλη Φωτεινή;”, αποκρίθηκε.

“Η Μεγάλη Φωτεινή είναι η Πρώτη Φωτοπυγολαμπίδα. Κράτησε τις ερωτήσεις σου κι ακολούθησέ με”, της είπε χαμογελαστά.

Καθώς προχώρησαν αρκετά, έφτασαν σε ένα μέρος τόσο φωτεινό που η Εμπειρία δεν έβλεπε τίποτα, παρά μόνο φως.

“Καλώς ήρθες”, είπε μια φωνή που την διαπέρασε γλυκά.
“Γεια σου”, της απάντησε η Εμπειρία. “Μα δε σε βλέπω που είσαι;”, την ρώτησε.

“Δε με βλέπεις γιατί δεν ξέρεις ακόμα να βλέπεις με τα άλλα σου μάτια μικρή μου, είμαι παντού”, της απάντησε η Μεγάλη Φωτεινή.

“Θέλω να με μάθεις!” της είπε.

“Εγώ δε μπορώ να σε μάθω τίποτα, όλη η γνώση είναι ήδη μέσα σου. Όμως, αφού το επιθυμείς, θα σε στείλω σε ένα τόπο όπου εκεί μπορείς να ενθυμηθείς ποια είσαι, τι δυνατότητες έχεις, αλλά και να μεγαλώσεις κι άλλο…”

“Που θα με στείλεις;”

“Στην Γη!”

“Τι είναι η Γη;!”

“Είναι το πρώτο και μεγαλύτερο σχολείο, από εκεί θα πάρεις ό,τι χρειάζεσαι για όλη την υπόλοιπη εξέλιξή σου”, της είπε η Μεγάλη Φωτεινή, και της έδωσε να πιει ένα μαγικό φίλτρο.

“Τι είναι αυτό;”, ρώτησε η Εμπειρία.

“Αυτό είναι κάτι που θα χρειαστείς για να μπορέσεις να πάρεις ό,τι χρειάζεσαι εκεί από την αρχή. Έλα πιες”, της είπε και της έδωσε το φίλτρο.

Μόλις το ήπιε η Εμπειρία, ξαφνικά, όλα σκοτεινιάσαν.

Μετά από λίγο, κοίταξε γύρω της και σιγά σιγά άρχισε να διακρίνει ανθρώπους, ζώα, φύση και μιας και τα έβλεπε για πρώτη φορά άρχισε να τα περιεργάζεται προσεκτικά και με απαράμιλλο ενθουσιασμό σαν ένα μικρό παιδί. Είδε ρυάκια, είδε διάφορα πουλιά να κελαηδούν, αρχαίους πολιτισμούς, ανθρώπους να δημιουργούν και να συναναστρέφονται, καθώς και πολλές ανατολές και ηλιοβασιλέματα και μυρωδιές και υφές που γέμιζαν την κάθε της αίσθηση. Περάσανε αρκετά χρόνια και μια μέρα ξαφνικά, βρέθηκε πάλι στο φωτεινό μέρος.

“Καλώς ήρθες και πάλι”, της είπε η Μεγάλη Φωτεινή. “Έμαθες να αξιοποιείς τις πρώτες πέντε Αισθήσεις λοιπόν; Γνώρισες την Γη;”

“Ναι”, είπε με χαρά η Εμπειρία. “Τι ωραία που ήταν εκεί! Τί όμορφος τόπος ήταν αυτός! Ξαναστείλε με!”

Η Μεγάλη Φωτεινή χαμογέλασε, και της έδωσε πάλι το μαγικό φίλτρο.

Αυτή τη φορά, η Εμπειρία βρέθηκε μέσα σε έναν άνθρωπο ο οποίος ήταν εγκληματίας. Έκλεβε, μιλούσε άσχημα, κατέστρεφε και προκαλούσε πόνο στους ανθρώπους του, ενώ σκότωνε βασανίζοντας μικρά ζωάκια. Η Εμπειρία δεν ένιωθε καθόλου καλά. Κάποια στιγμή εκεί που είχε αρχίσει να αισθάνεται πολύ άσχημα, μεταφέρθηκε σε ένα ζωάκι που ήταν γύρω του παιδιά και το κλωτσούσανε. Ένιωθε τον φόβο και τον πόνο και την αγωνία του σε βαθμό που δεν άντεχε άλλο. Όσο εστίαζε σε όλα αυτά τα αρνητικά συναισθήματα, μεταφερόταν συνέχεια από την μία άσχημη κατάσταση στην άλλη.

“Τι παλιάνθρωποι είναι αυτοί”, έλεγε συνεχώς, καθώς άρχιζε να βιώνει κι ένα άλλο συναίσθημα, που λεγόταν μίσος και οργή μέσα της.

Ξαφνικά όλα φωτίσανε και βρέθηκε πάλι στον Φωτεινό Τόπο.

“Βλέπω έχει μειωθεί η λάμψη σου”, της είπε η Μεγάλη Φωτεινή.

“Όχι μόνο έχει μειωθεί, αλλά εκεί που μ’ έστειλες ήταν χάλια και απαίσια! Δε θέλω να ξαναπάω ποτέ!”

“Τότε πρέπει να ξαναπάς”, της απάντησε η Μεγάλη Φωτεινή.

“Όχι δε το ξαναπίνω το φίλτρο θα μείνω εδώ!”, αντέδρασε η Εμπειρία.

“Δε χρειάζεται να το πιεις, από τη στιγμή που το ήπιες την πρώτη φορά υπάρχει μέσα σου και μπορώ να στο ενεργοποιήσω, είναι απαραίτητο καλή μου”.

“Όχι δε θέλω να ξαναπ…” προσπάθησε να πει η Εμπειρία αλλά ξαφνικά ξαναβρέθηκε στη Γη.

Άνοιξε τα μάτια της και βρέθηκε σε ένα ήσυχο μέρος με βροχή, ήταν σούρουπο, Ασφαλώς δε θυμόταν τίποτα ούτε που βρισκόταν, όμως ένιωθε μέσα της μια δυσφορία ένα αρνητικό συναίσθημα. Καθώς άρχισε να το παρατηρεί και να αυξάνει την δυσφορία της μεταφέρθηκε μέσα σε αρνητικές καταστάσεις χωρίς να το καταλάβει.

Έζησε βιασμούς, παιδάκια να πεθαίνουν από την πείνα, ζώα να κακοποιούνται και να σκοτώνονται για χόμπυ, ανθρώπους να πληγώνουν ο ένας τον άλλον, ζευγάρια να τσακώνονται και να προσπαθούν να προκαλέσουν περισσότερο πόνο στον άλλον από αυτόν που ένιωθαν. Είδε πολέμους και καταστροφές, καθώς και φωτιές καμένα δάση και μολυσμένα ποτάμια και ωκεανούς από το χέρι των ανθρώπων.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια η Εμπειρία μαύριζε και η Λάμψη της χανόταν όλο και περισσότερο, μέχρι που μαύρισε σχεδόν τελείως και έγινε σαν ένα με το σκοτάδι. Πλέον, αφού πέρασε από τον πόνο την θλίψη και την απόγνωση, άρχισε να νιώθει μια σκοτεινή δύναμη μέσα της, κι έτσι, άρχισε να γεννιέται ένα νέο συναίσθημα που την κυρίευε όλο και περισσότερο. Ήταν η εκδίκηση.

Μόλις την γέμισε σε τέτοιο βαθμό που κόντεψε να σκάσει, ξαφνικά μεταφέρθηκε πάλι στον Φωτεινό Τόπο.

“Που είσαι!” ρώτησε απότομα την Μεγάλη Φωτεινή.

“Εδώ είμαι δίπλα σου”, της απάντησε εκείνη.

“Δε βλέπω τίποτα ! Τι συνέβη;! Ούτε Φως ούτε εσένα! Φέρ’τα μου πίσω πανάθεμά σε, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που σε γνώρισα και με βάζεις σε τόσο άσχημα παιχνίδια! Τι σόι πράμα είσαι συ, χειρότερη κι από το κακό που έζησα σ’ αυτή τη Γη!”, μίλησε οργισμένα.

Η Μεγάλη Φωτεινή πήρε μια βαθιά ανάσα, επέτρεψε σε μερικά δευτερόλεπτα να περάσουν, και της είπε:

“Όταν επιτρέπεις στο σκοτάδι να σε γεμίσει, δεν μπορείς να δεις το φως καλή μου”.

“Να τους καταστρέψεις όλους εκεί κάτω στη Γη, μόνο κακία επικρατεί! Άσε που όλοι σε βρίζουν και δεν υπάρχει κανένας σεβασμός για κανέναν και για τίποτα!”, συνέχισε οργισμένα η Εμπειρία.

“Όπως ακριβώς κάνεις κι εσύ τώρα εννοείς… Άκουσέ με. Στη Γη υπάρχουν και δύο βασικά πράγματα, η ελεύθερη βούληση και το μορφογεννητικό πεδίο. Οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι και ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν και ο καθένας πράττει από το συνειδησιακό επίπεδο που βρίσκεται. Τους αγαπώ και πιστεύω σε αυτούς, και όσο περίεργο και δυσνόητο κι αν σου φαίνεται το νοιάξιμό μου και η αγάπη μου είναι ανιδιοτελή προς αυτούς. Δε χρειάζεται να με αγαπούν για να τους αγαπώ. Και επειδή εγώ ειμί, το τι πιστεύουν για εμένα δεν μπορεί να με επηρεάσει. Πιστεύω σε αυτούς και στο φως που έχουν κρυμμένο μέσα τους και το έχουν ξεχάσει. Δεν πρόκειται να τους καταστρέψω. Αν αυτό συμβεί, θα το καταφέρουν μόνοι τους. Αν όμως καταλάβουν τη δύναμη που έχουν μέσα τους, μέσω του μορφογεννητικού πεδίου μπορούν να κάνουν και να γίνουν, τα παντα. Πρέπει να ξαναπάς καλή μου, έχεις πολλά να μάθεις ακόμα”, είπε η Μεγάλη Φωτεινή.

“Όχι δεν πρόκειται να με ξαναστ…” προσπάθησε να πει νευριασμένη η Εμπειρία αλλά μάταια. Άνοιξε σιγά σιγά τα μάτια της και βρέθηκε να ξαναζεί απ’ την αρχή τα αρνητικά βιώματα των προηγούμενων ταξιδιών της.

“Μισό λεπτό”, είπε μέσα της. “Που είμαι; Σα να τα έχω ξαναζήσει αυτά”, σκέφτηκε.

Ξαφνικά, πάγωσε ο χρόνος και είδε κάποιες παράλληλες γραμμές που καμπυλώναν με κέντρο την καρδιά και το κεφάλι των ανθρώπων. Τις πλησίασε σιγά σιγά και άπλωσε το μικρό της χέρι προς μια από αυτές. Καθώς την ακούμπησε προσεκτικά, έγινε μια σπίθα πάνω της που την τρόμαξε και πήρε γρήγορα πίσω το χέρι της αλλά κατα λάθος την κούνησε προς τα αριστερά. Με μιας ο άνθρωπος από τον οποίο ξεκινούσε η γραμμοκαμπύλη, άρχισε να πηγαίνει ανάποδα.

Η Εμπειρία παραξενεύτηκε. Δοκίμασε ξανά και κατάλαβε ότι ήταν σαν να μπορούσε να παίξει τον χρόνο ανάποδα για τον κάθε άνθρωπο ανάλογα την γραμμοκαμπύλη του. Ανοιγόκλεισε προσεκτικά τα μάτια της κι άρχισε να πηγαίνει ανάποδα το κουβάρι του χρόνου όλο και πιο γρήγορα, βιώνοντας την ζωή του ανθρώπου. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν ένας εγκληματίας.

Κάποια στιγμή έφτασε στα παιδικά του χρόνια. Είδε τον πατέρα του αλκοολικό να τον χτυπάει και να τον βασανίζει. Είδε τη μητέρα του να παίρνει ναρκωτικά και να τσακώνεται με τον πατέρα. Πήγε πιο πίσω μέχρι τη στιγμή που ήταν έμβρυο. Άκουσε τη μητέρα του να φωνάζει “δε σε θέλω!” και να χτυπάει την κοιλιά της με μανία καθώς ο πατέρας έβριζε πως δεν είχαν λεφτά για έκτρωση. Η Εμπειρία δάκρυσε, νιώθοντας όπως θα ένιωθε ο εγκληματίας σαν μικρό παιδί. Κατανοώντας τι πέρασε και τι πραγματικότητα βίωσε, άρχισε να καταλαβαίνει πως αυτές οι εγγραφές τραυμάτισαν την ψυχή και την νόησή του και τον οδήγησαν στις πράξεις του ασυνείδητου ενήλικα. Τώρα, ένιωσε πως μπορούσε να τον συγχωρέσει και ξέσπασε σε λυγμούς.

Αυτή τη φορά παρέμεινε πολλά χρόνια στη Γη, και είδε σταδιακά πολλούς από τους ανθρώπους που θεωρούσε κακούς να βιώνουν όλα τους τα χρόνια. Κατάλαβε πως η ανατροφή αλλά και τα βιώματα καθώς και τα μηνύματα και συμπεριφορές από γενιά σε γενιά και κοινωνία σε κοινωνία βοηθούσαν να διαιωνίζεται αυτή η κατάσταση. Πηγαίνοντας από το κακό στο χειρότερο. Άλλοι προσπαθούσαν να κρύψουν ή να απαλύνουν την οργή τους, άλλοι την θλίψη τους, άλλοι την εσωτερική τους μοναξιά και φτώχια. Η Εμπειρία έκλαιγε όλα αυτά τα χρόνια, κατανούσε και συγχωρούσε μέσα της όλους αυτούς που μέχρι πριν κατέκρινε.

Κάποια μέρα, κοίταξε μέσα της και είδε ανάμεσα στην μαυρίλα και το σκοτάδι, να εμφανίζεται ξανά ένα μικρό και τρεμάμενο φως, σαν κι εκείνο που είχε στην αρχή. Και ξαφνικά, μεταφέρθηκε πάλι στον Φωτεινό Τόπο.

“Συγνώμη…”, είπε με λυγμούς.

“Για τι πράγμα ζητάς συγνώμη καλή μου;”, την ρώτησε η Μεγάλη Φωτεινή.

“Για όλη την οργή που είχα και τον σεβασμό που δεν σου έδειξα”.

“Σε κατανοώ, και δεν χρειάζεται να σε συν-χωρέσω, γιατί πάντα θα υπάρχει χώρος μέσα στην καρδιά μου για σένα και για όλους σας”, της είπε με μια γαλήνια και ήρεμη φωνή. “Έμαθες το ταξίδι των χρονογραμμών βλέπω, καθώς και τη δύναμη της συγχώρεσης. Έμαθες πως τα αρνητικά συναισθήματα μειώνουν το φως σου και επιτρέπουν στο σκοτάδι να μπαίνει μέσα σου, κι έμαθες πως η συγχώρεση το αυξάνει. Και πως όπου υπάρχει φως, δεν μπορεί να υπάρξει το σκοτάδι… Όμως πρέπει να ξαναπάς καλή μου…”

“Όχι σε παρακαλώ δεν αντέχω άλλο δε θέλω να ξαναπ…”, προσπάθησε γονατιστή η Εμπειρία να πει στην Μεγάλη Φωτεινή αλλά μάταια.

Άνοιξε τα μάτια της σιγά σιγά προσπαθώντας να καταλάβει που βρισκόταν. Ήταν πολύ περίεργο το συναίσθημα. Έβλεπε ένα ζευγάρι, έναν άνδρα και μια γυναίκα, ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό, αλλά με κάποιο τρόπο ήταν συνδεδεμένη και με τους δύο. Σα να ήταν ένα !

Αυτοί οι άνθρωποι λάμπανε κυριολεκτικά. Κοιτιόντουσαν βαθιά στα μάτια, πολλές φορές επικοινωνούσαν χωρίς να μιλάνε. Τα αγγίγματά τους ήταν βαθιά ωστώσο απαλά. Όπου πήγαιναν ο κόσμος γύρω τους ηρεμούσε, ένιωθε καλύτερα, τσακωμοί σταματούσαν. Ζούσαν αρμονικά με τα πάντα γύρω τους, βοηθούσαν παντού με ένα βαθύ χαμόγελο, κάναν ταξίδια στον κόσμο σε χώρες τριτοκοσμικές φροντίζοντας ανθρώπους και παιδιά. Τους είδε να πηγαίνουν στη φύση και πουλιά ερχόντουσαν να κάτσουν στους ώμους του, κελαηδώντας τους ψιθυριστά στο αυτί. Μικρά ζωάκια τους πλησίαζαν δίχως φόβο. Μάλιστα μια μέρα δυο σκιουράκια πήδηξαν πάνω τους για να πάρουν απαλά από τα χέρια τους τρίμματα από δυο μπισκοτάκια.

Τους είδε να κάνουν έρωτα, άλλες φορές παθιασμένο άλλες ήρεμο, πότε με ανοιχτά τα μάτια κοιτώντας ο ένας τον άλλον, πότε με κλειστά, ζώντας έντονα όλες τις αισθήσεις μα και μια σύνδεση που δεν είχε ξαναβιώσει η οποία ήταν πέρα από αυτές τις αισθήσεις. Κάποια στιγμή, καθώς ο άνδρας χάϊδευε απαλά το πρόσωπο της γυναίκας, της είπε: “Μια ζωή ετοιμαζόμουν για σένα και την επανένωσή μας για την αποστολή μας εδώ”, κι εκείνη του είπε σιγανά: “Κι εγώ αγαπημένε μου, δίδυμη φλόγα μου”.

Η Εμπειρία έμεινε για λίγο σιωπηλή, ρουφώντας σαν σφουγγάρι όσα διαδραματίζονταν ποτίζοντας την ύπαρξή της με όλα αυτά τα πρωτόγνωρα δεδομένα.

“Πως γίνεται να είναι έτσι αυτοί οι δύο”, αναρωτήθηκε με απορία, και ξαφνικά θυμήθηκε το ταξίδι χρονογραμμών. Το ζευγάρι έμεινε παγωμένο στον χρόνο, κι η Εμπειρία ανυπόμονα άρχισε να πηγαίνει πίσω τις γραμμοκαμπύλες τους όλο και πιο γρήγορα με τα μάτια και την καρδιά ορθάνοιχτα, λάμποντας όλο και περισσότερο.

Είδε ότι αυτοί οι άνθρωποι όχι μόνο δε γεννήθηκαν έτσι, αλλά περάσαν πιο πολλές νύχτες της ψυχής κι από όλους τους κακούς ανθρώπους μαζί ! Είδε κόσμο να τους κακοποιεί, να τους χλευάζει, να τους προδίδει, να περνάνε θέματα υγείας που παραλίγο να τους κοστίσουν τη ζωή, να αλλάζουν από στάδιο σε στάδιο. Να περιπλανώνται άσκοπα χωρίς να ξέρουν που πάνε ανάμεσα σε θλίψεις, απομόνωση ή πρόσκαιρες απολαύσεις. Να μεγαλώνουν τα εγώ τους μέχρι να γίνουν ώριμα μήλα που πέφτουν κάτω και γίνονται λίπασμα για το δέντρο τους. Μέχρι που μια στιγμή, ο καθένας σε μια από τις πιο δύσκολες φάσεις της ζωής τους, ανάμεσα στην λεπτή γραμμή ζωής-θανάτου, έγινε ένα κλικ μέσα τους και φωτίστηκαν. Καθώς περιεργαζόταν και γινόταν ταυτόχρονα ένα με εκείνους και αυτή τη στιγμή, ένιωσε να φωτίζεται κι εκείνη.

Είδε το καλό μέσα στους ανθρώπους. Κατάλαβε πως κάθε φαινομενικά κακό έχει μέσα του τον σπόρο του καλού. Ένιωσε πίστη για την ανθρωπότητα και αγάπη και αποδοχή και κατανόηση για κάθε ζωντανό και μη. Και καθώς η μία κατανόηση διαδεχόταν την επόμενη και την επόμενη όλα άρχισαν να πηγαίνουν τόσο γρήγορα μέχρι που γίναν όλα, φως… Και βρέθηκε ξανά στον Φωτεινό Τόπο.

Κατά περίεργο τρόπο η Εμπειρία, ένιωσε πως ήταν η Μεγάλη Φωτεινή, αλλά ταυτόχρονα και ο εαυτός της.

“Καλώς ήρθες καλή μου…”, της είπε με χαρά η Μεγάλη Φωτεινή.

Η Εμπειρία δε μιλούσε καθώς προσπαθούσε να καταλάβει τί είχε συμβεί. Κοίταξε κάτω και είδε με έκπληξη τα χέρια της μέσα στο Φως.

“Τώρα λοιπόν, βλέπεις. Τώρα λοιπόν, κατάλαβες πως εγώ είμαι εσύ και εσύ εγώ…”, της είπε αινιγματικά η Μεγάλη Φωτεινή.

Η Εμπειρία παρέμεινε σιωπηλή καθώς ένιωθε να αναβαθμίζεται και να μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο που δεν μπορούσε ακόμα να καταλάβει, αλλά το συναίσθημα ήταν πρωτόγνωρα υπέροχα και έντονο πλημμυρίζοντας όλο της το είναι.

“Τώρα λοιπόν, δεν σε λένε πια Εμπειρία, μα Επίγνωση…”

Και ένα γκόνγκ έσπασε απαλά την γαλήνια σιωπή με τον γλυκό και αρμονικό χτύπο του…

Η Εμπειρία, αφού ένιωσε μια πληρότητα που δεν είχε ξαναβιώσει ποτέ, μάζεψε όλες τις τις δυνάμεις, και με πλήρη συνείδηση είπε στην Μεγάλη Φωτεινή:

“Ξαναστείλε με στη Γη!”

Και τότε η Μεγάλη Φωτεινή, της απάντησε χαμογελαστά:

“Τώρα λοιπόν, δεν χρειάζεται να ξαναπάς…”

Και έτσι είναι…

Διαβάστε επίσης

To Top