Επιλεγμένα Άρθρα

Οι φίλες που έφτιαξα μέσα στο κεφάλι μου

Της Όλγας Στέφου

Οι φίλες μου δεν είναι υπαρκτά πρόσωπα. Τις έχω φτιάξει στο μυαλό μου. Δεν είναι κραυγές στη σιωπή, είναι γέλια. Χαρωπά, μελωδικά, παιχνιδιάρικα. Δεν ξέρουν πού να σταματήσουν, ούτε ξέρουν πάντοτε πώς να ξεκινήσουν. Μα πιο πολύ απ’όλα, δεν έχουν ιδέα πώς τα καταφέρνουν και ξεχωρίζουν τόσο ποιητικά ανάμεσα σε ρωγμές και χαλάσματα, ανάμεσα σε διαλυμένες ανθρώπινες υπάρξεις που προτίμησαν τη μοναξιά.

Οι φίλες μου δε συμπαθούν τα φώτα κινδύνου. Τους αρέσουν τα αναμένα κεριά στα τραπέζια τον χειμώνα, τους αρέσει να βάζουν τα δάχτυλά τους στο λιωμένο κερί και να το αφήνουν να παγώσει πάνω τους. Τους αρέσουν τα φώτα στα μισοάδεια μπαρ που ξεμένουν για να πουν τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες- πάντα μοιάζουν διαφορετικές. Τους αρέσουν τα στενά δρομάκια που τα περπατάνε για να δημιουγήσουν αναμνήσεις. Καμιά φορά κοντοστέκονται να χαζέψουν μια μελανιά στους τοίχους, άλλες φορές τραβάνε κάποια φωτογραφία. Μετά την κρύβουν. Ξέρουν πως μερικές φωτογραφίες ανήκουν μόνο σε έναν.

Οι φίλες μου είναι στίχοι από επαναστατικά τραγούδια. Επαναστατικά τραγούδια που μιλάνε για πόλεμο κι έρωτα και δύναμη κι αγάπη. Οι φίλες μου κοιτάζουν γύρω τους τα σκυθρωπά πρόσωπα και σμίγουν τα φρύδια τους από τον πόνο. Ακούνε δυνατά γέλια και χαμογελάνε πονηρά. Τους αρέσει να παρατηρούν γέρους στο δρόμο, να κρυφακούν τις συνομιλίες τους και να τις διαδίδουν ξεκαρδισμένες. Χλευάζουν το θάνατο, γιατί είναι η Ζωή. Μία προς μία.

Οι φίλες μου πεισμώνουν σαν παιδιά, ονειρεύονται σαν παιδιά, ερωτεύονται σαν παιδιά, αφοσιώνονται σαν παιδιά: Σα να είναι το σώμα τους τόσο αποφασισμένο να κερδίσει, που να χωρά μόνο ανόθευτα συναισθήματα. Μεγάλα, δυνατά, ορμητικά. Ζόρικα.

Οι φίλες μου δίνουν έναν πόλεμο. Έχουν φτιάξει εστίες ανθρωπιάς, ζεστασιάς, έναν κόσμο παράλογα θερμό και πυροβολούν να σκοτώσουν την αγριότητα, την απάθεια, τα μεγάλα Εγώ . Οι φίλες μου πιστεύουν στις πανηγυρικές ήττες, αυτές που καταβαραθρώνουν την υπεροψία και βάζουν στη θέση της κι ακόμα πιο ψηλά, άλλους ανθρώπους. Αγαπούν το ευαίσθητο σημείο όπου, ανάμεσα στο πορτραίτο σου και την ψυχή σου, διαλέγεις την ψυχή. Είναι ευτυχισμένες.

Οι φίλες μου όταν ήταν μικρές, δεν ήξεραν τι ήθελαν να γίνουν. Δεν πίστευαν ότι θα μεγαλώσουν. Κι ευτυχώς, ακόμα δεν έχουν μεγαλώσει.

Οι φίλες μου δεν είναι υπαρκτές, γιατί λάμπουν πιο πολύ σαν ζωηρή φαντασία. Γιατί όταν μιλάνε για τον εαυτό τους, ο εαυτός τους αποτελείται από πολλά χαμογελαστά πρόσωπα. Ο εαυτός τους ήταν η απίθανη στιγμή που δημιούργησε άλλες περισσότερες κι ακόμα πιο απίθανες, όταν γνώρισαν η μία την άλλη.

Όταν ενώνεις με δύναμη τα δυο σου χέρια, βλέπεις να σχηματίζονται ανάμεσα στα δάχτυλα σημεία πιο έντονα και ζωηρά, εκεί που συγκεντρώνεται το αίμα. Αυτά τα σημεία είναι οι φίλες μου.

Είναι ένα μέρος στον κόσμο, που χωράει στη βαλίτσα σου και την κάνει πάντοτε βαλίτσα επιστροφής.
Είναι τα μεθυσμένα βράδια που μετράς κέρματα για ένα ακόμη ποτό κι είναι, ακόμα, η σκέψη πως μοιραζόμαστε την ίδια ανάγκη να μην χωρίζουμε τίποτα.

Να πίνουμε μέχρι να κλείνουν τα μάτια μας.

Να σκεφτόμαστε όλους εκείνους τους φίλους που έφυγαν μακρυά.

Να περιμένουμε να γυρίσουν.

Να φτιάχνουμε παγίδες για να τους φέρουμε πίσω. Ότι μας λείπετε και χωρίς εσάς κάτι μένει πάντοτε άδειο.

Να κάνουν γροθιές η μία τα χέρια της άλλης, όταν πρέπει να γκρεμιστούνε τοίχοι. Να καταφέρνουν να ζουν σε μια πόλη που, όταν περπατά, κοιτά χαμηλά και δυναμώνει το βήμα, βιάζεται, βιάζεται ώσπου να της κοπεί η ανάσα.

Μα οι φίλες μου περπατάνε στους δρόμους αργά, χοροπηδηχτά. Είναι αυτές που εκνευρίζουν τους βιαστικούς περαστικούς και τις στραβοκοιτάνε. Μα εκείνες δεν πτοούνται. Ξεφορτώνονται την κούραση και τις τυφλώνει ο ήλιος.

Via hitandrun.gr
Image: Danaus (The butterfly queen) by Kirsty Mitchell
Comments
To Top